<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rdf:RDF xmlns="http://purl.org/rss/1.0/" xmlns:rdf="http://www.w3.org/1999/02/22-rdf-syntax-ns#" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
<channel rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/51">
<title>Thesis &amp; Dissertation - Διατριβές &amp; Διδακτορικές</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/51</link>
<description/>
<items>
<rdf:Seq>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13476"/>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13475"/>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13474"/>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13473"/>
</rdf:Seq>
</items>
<dc:date>2026-05-14T09:31:37Z</dc:date>
</channel>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13476">
<title>Ο ρόλος της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης στην πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων: προκλήσεις, οφέλη και διοικητικές παρεμβάσεις. Βιβλιογραφική ανασκόπηση</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13476</link>
<description>Ο ρόλος της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης στην πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων: προκλήσεις, οφέλη και διοικητικές παρεμβάσεις. Βιβλιογραφική ανασκόπηση
Γκράτσια Βιτάλη, Μαρία
Η παρούσα εργασία εξετάζει τον ρόλο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων, τα οποία αποτελούν τη σημαντικότερη αιτία θνησιμότητας παγκοσμίως. Μέσα από συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, βασισμένη στη μεθοδολογία PRISMA 2020, διερευνώνται οι μορφές προληπτικών παρεμβάσεων που εφαρμόζονται σε δομές ΠΦΥ, η αποτελεσματικότητά τους και οι διοικητικοί και οργανωτικοί παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχία τους. &#13;
Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε σε τρεις μεγάλες επιστημονικές βάσεις δεδομένων (GoogleScholar, PubMed και Scopus), ενώ εφαρμόστηκαν συγκεκριμένα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού για τη διασφάλιση της ποιότητας των μελετών.&#13;
Τα ευρήματα της ανασκόπησης δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις που υλοποιούνται σε επίπεδο ΠΦΥ μπορούν να επιφέρουν ουσιαστική μείωση των παραγόντων κινδύνου, όπως της υπέρτασης, της δυσλιπιδαιμίας, της παχυσαρκίας και των ανθυγιεινών συμπεριφορών. Προγράμματα αγωγής υγείας, συμβουλευτική για τροποποίηση συμπεριφοράς, τακτικοί προληπτικοί έλεγχοι και κοινοτικές δράσεις αποτελούν βασικά εργαλεία με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα. Επιπλέον, η διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ ιατρών, νοσηλευτών, διαιτολόγων και κοινοτικών λειτουργών υγείας αναδεικνύεται καθοριστική για τη βελτίωση της συμμόρφωσης των ασθενών και τη διατήρηση υγιεινών συνηθειών. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι ψηφιακές τεχνολογίες, όπως η τηλεϊατρική και τα ηλεκτρονικά συστήματα παρακολούθησης, τα οποία διευκολύνουν την παροχή υπηρεσιών σε απομακρυσμένες περιοχές και ενισχύουν τη συνέχεια της φροντίδας.&#13;
Παρά την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, η ανασκόπηση αναδεικνύει σοβαρά εμπόδια στην εφαρμογή τους, όπως η υποχρηματοδότηση της ΠΦΥ, η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, η ανεπαρκής εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας και οι διοικητικές δυσλειτουργίες. Επιπλέον, κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, χαμηλή υγειονομική παιδεία και περιορισμένη συμμόρφωση των ασθενών επηρεάζουν αρνητικά την αποτελεσματικότητα των δράσεων πρόληψης. Οι ανισότητες στην πρόσβαση και η απουσία ενιαίων πληροφοριακών συστημάτων καταγράφονται επίσης ως σημαντικές προκλήσεις. Η εργασία καταδεικνύει ότι η ΠΦΥ αποτελεί τον πιο κρίσιμο πυλώνα για την καρδιολογική πρόληψη, αλλά απαιτείται ενίσχυση των υποδομών, των πόρων και των πολιτικών υγείας για να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό της. Η ανάπτυξη ολοκληρωμένων, διεπιστημονικών και τεκμηριωμένων στρατηγικών μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη μείωση του καρδιολογικού φορτίου και στη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού
ENGLISH ABSTRACT &#13;
This study explores the role of Primary Health Care (PHC) in the prevention of cardiovascular diseases, which remain the leading cause of mortality worldwide. Through a systematic review of the international literature, based on the PRISMA 2020 methodology, the research investigates the types of preventive interventions implemented in PHC settings, their effectiveness, and the administrative and organizational factors that influence their success. The literature search was conducted in three major databases (Google Scholar, PubMed, and Scopus) using specific inclusion and exclusion criteria to ensure methodological rigor and relevance.&#13;
The findings indicate that preventive interventions delivered at the PHC level can significantly reduce major cardiovascular risk factors such as hypertension, dyslipidemia, obesity, and unhealthy lifestyle habits. Health education programs, behavioral counseling, routine screening, and community-based initiatives demonstrate strong evidence of effectiveness. Moreover, interdisciplinary collaboration among physicians, nurses, dietitians, and community health workers appears essential for improving patient adherence and supporting long-term lifestyle changes. Digital innovations, including telemedicine and electronic monitoring systems, further enhance service accessibility—especially in rural or remote areas—while strengthening continuity of care.&#13;
Despite the positive outcomes, several barriers hinder the full implementation of cardiovascular prevention in PHC. These include insufficient funding, shortage of healthcare personnel, limited training opportunities, and systemic administrative inefficiencies. Socioeconomic factors, low health literacy, and poor patient adherence also negatively impact preventive efforts. Additionally, inequalities in access to care and the absence of integrated electronic health information systems create substantial challenges for consistent and effective management of cardiovascular risk.&#13;
Overall, the review demonstrates that PHC is a central and indispensable component of cardiovascular disease prevention. However, to fully realize its potential, substantial improvements in infrastructure, resource allocation, professional training, and health policy frameworks are required. Developing comprehensive, interdisciplinary, and evidence-based strategies can significantly reduce the burden of cardiovascular disease and contribute to improving public health outcomes.
</description>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13475">
<title>Αξιολόγηση και Ενδυνάμωση Εκπαιδευτικών: Μια Συστηματική Βιβλιογραφική Επισκόπηση</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13475</link>
<description>Αξιολόγηση και Ενδυνάμωση Εκπαιδευτικών: Μια Συστηματική Βιβλιογραφική Επισκόπηση
Χαραλάμπους, Μαρία
Στη σύγχρονη κοινωνία, τα εκπαιδευτικά συστήματα αντιμετωπίζουν σύνθετες κοινωνικοοικονομικές, τεχνολογικές και παιδαγωγικές προκλήσεις, καθιστώντας την επαγγελματική ανάπτυξη και την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών κρίσιμους παράγοντες για την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Παράλληλα, η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα στον χώρο της εκπαιδευτικής πολιτικής και έρευνας, καθώς άλλοτε συνδέεται με πρακτικές λογοδοσίας και ελέγχου και άλλοτε προσεγγίζεται ως μηχανισμός επαγγελματικής μάθησης και ενδυνάμωσης. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η συστηματική χαρτογράφηση, ανάλυση και σύνθεση της σύγχρονης διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας σχετικά με την αξιολόγηση και την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, καθώς και η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η αξιολόγηση μπορεί να συμβάλει στην ενδυνάμωση και επαγγελματική τους ανάπτυξη.&#13;
Η μελέτη αποτελεί συστηματική βιβλιογραφική επισκόπηση, σύμφωνα με τις οδηγίες του PRISMA 2020. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε από 15 έως 30 Νοεμβρίου 2025 στις βάσεις δεδομένων ERIC και SpringerLink. Μέσω των σταδίων αναγνώρισης, διαλογής, επιλεξιμότητας και ένταξης συμπεριλήφθηκαν 28 μελέτες. Ο κίνδυνος μεροληψίας περιορίστηκε μέσω αυστηρών κριτηρίων ένταξης: χρονικό εύρος 2021–2025, αξιολόγηση από ομότιμους, χρήση αγγλικής γλώσσας, δημοσίευση σε περιοδικά κατηγοριών Q1–Q2, σύμφωνα με την κατάταξη επιστημονικών περιοδικών SCImago. Η ανάλυση βασίστηκε σε συστηματική εξαγωγή, θεματική ομαδοποίηση και σύνθεση των ευρημάτων.&#13;
Τα αποτελέσματα οργανώθηκαν σε τρεις θεματικούς άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και αναδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από την επάρκεια των αξιολογητών, την ποιότητα της ανατροφοδότησης και την αξιοποίηση συνεργατικών και αυτοαξιολογικών πρακτικών. Ο δεύτερος εστιάζει στην ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της παιδαγωγικής καθοδήγησης, της υποστηρικτικής και μετασχηματιστικής ηγεσίας, της συνεργατικής έρευνας δράσης και της επαγγελματικής ανάπτυξης. Ο τρίτος εξετάζει τη σύνδεση αξιολόγησης και ενδυνάμωσης, δείχνοντας ότι η αξιολόγηση μπορεί να λειτουργήσει αναπτυξιακά όταν βασίζεται σε συμμετοχή, συνεργασία, ανατροφοδότηση, εμπιστοσύνη, αξιόπιστη αυτοαξιολόγηση και απόδοση προσωπικού νοήματος στις αξιολογικές διαδικασίες. &#13;
Συνολικά, η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών προκύπτει μέσα από συνεργασία, αναστοχασμό, υποστηρικτική ηγεσία, κοινότητες μάθησης και ουσιαστικές επιμορφώσεις, ενισχύοντας τις δεξιότητες, την αυτοπεποίθηση, την αυτονομία και τη διδακτική τους πρακτική. Παράλληλα, αναδεικνύεται ότι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δεν είναι εγγενώς ενδυναμωτική, αλλά αποκτά παιδαγωγικό και αναπτυξιακό χαρακτήρα ανάλογα με το πλαίσιο εφαρμογής και τη νοηματοδότηση που της αποδίδεται. Όταν απομακρύνεται από ελεγκτικές και λογοδοτικές πρακτικές και εντάσσεται σε ένα υποστηρικτικό, συνεργατικό και αναστοχαστικό πλαίσιο, μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικός μηχανισμός επαγγελματικής ενδυνάμωσης.&#13;
&#13;
Η παρούσα μελέτη δεν έλαβε καμία χρηματοδότηση και δεν καταχωρήθηκε σε μητρώο πρωτοκόλλων, καθώς υλοποιήθηκε στο πλαίσιο διπλωματικής ακαδημαϊκής εργασίας.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
In the contemporary educational landscape, education systems face complex socioeconomic, technological, and pedagogical challenges, making teachers’ professional development and empowerment critical for improving the quality of education. At the same time, teacher evaluation is a widely debated and controversial issue in educational policy and research, as it is sometimes associated with accountability and control practices and at other times approached as a mechanism for professional learning and empowerment. This study aims to systematically map, analyze, and synthesize contemporary international literature on teacher evaluation and teacher empowerment, and to investigate how evaluation can contribute to teachers’ professional empowerment and development. &#13;
The study is a systematic literature review conducted in accordance with the PRISMA 2020 guidelines. The literature search was carried out between 15 and 30 November 2025 in the academic databases ERIC and SpringerLink. Through the processes of identification, screening, eligibility, and inclusion, 28 studies were selected. The risk of bias was minimized through strict inclusion criteria: publication period 2021–2025, peer-reviewed articles, English language, and publication in Q1–Q2 journals according to the SCImago journal ranking. The analysis was based on systematic data extraction, thematic grouping, and the synthesis and interpretation of findings.&#13;
The findings are organized around three thematic axes. The first axis concerns teacher evaluation and highlights that its effectiveness depends on the competence of evaluators, the quality of feedback, and the use of collaborative and self-evaluation practices. The second axis focuses on teacher empowerment, emphasizing the role of pedagogical mentoring, social transmission, supportive and transformational leadership, collaborative action research, and professional development. The third axis examines the link between teacher evaluation and teacher empowerment, demonstrating that evaluation can function developmentally when it is based on participation, collaboration, feedback, trust, reliable self-evaluation, and the attribution of personal meaning to evaluative processes.&#13;
Overall, teacher empowerment emerges through collaboration, reflection, supportive leadership, learning communities, and meaningful professional development, enhancing teachers’ skills, self-confidence, autonomy, and instructional practice. With respect to teacher evaluation, it is not inherently empowering; rather, it acquires pedagogical and developmental significance depending on its context of implementation and the meaning attributed to it. When evaluation moves away from controlling and accountability-oriented practices and is embedded in a supportive, collaborative, and reflective framework, it can function as a substantive mechanism for professional empowerment.&#13;
&#13;
This study received no external funding and was not registered in a protocol registry, as it was conducted as part of an academic master’s thesis.
</description>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13474">
<title>Αντιλήψεις Εκπαιδευτικών ΕΠΑΛ για τον Επιχειρησιακό Σχεδιασμό και τη Διοικητική Οργάνωση της Σχολικής Μονάδας: Μελέτη Περίπτωσης στον Νομό Ξάνθης</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13474</link>
<description>Αντιλήψεις Εκπαιδευτικών ΕΠΑΛ για τον Επιχειρησιακό Σχεδιασμό και τη Διοικητική Οργάνωση της Σχολικής Μονάδας: Μελέτη Περίπτωσης στον Νομό Ξάνθης
Ντάκου, Κυριακή
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) του Νομού Ξάνθης σχετικά με τη διοικητική οργάνωση, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την αντιληπτή αποτελεσματικότητα των σχολικών τους μονάδων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον βαθμό συμμετοχής των εκπαιδευτικών στις διοικητικές διαδικασίες και στη σύνδεση των παραπάνω παραγόντων με τη συνολική λειτουργία του σχολείου.&#13;
Στην έρευνα επιλέχθηκε ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση, η οποία υλοποιήθηκε μέσω δομημένου ερωτηματολογίου, που διανεμήθηκε ηλεκτρονικά σε εκπαιδευτικούς των ΕΠΑ.Λ. του Νομού Ξάνθης. Το τελικό δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 105 εκπαιδευτικοί από συνολικό πληθυσμό 181 ατόμων. Για την ανάλυση των δεδομένων εφαρμόστηκαν περιγραφικές και συσχετιστικές στατιστικές μέθοδοι.&#13;
Από τα ευρήματα της έρευνας προκύπτει ότι οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται θετικά τη διοικητική δομή, με το 66,6% να θεωρεί ότι υπάρχει σαφής οργάνωση, αν και η ύπαρξη επίσημου επιχειρησιακού σχεδίου επιβεβαιώνεται από μικρότερο ποσοστό (44,8%). Η διοικητική οργάνωση και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός παρουσιάζουν ισχυρή θετική συσχέτιση με την αντιληπτή αποτελεσματικότητα του σχολείου (r = 0,878 και r = 0,888 αντίστοιχα).&#13;
Επιπλέον, η συμμετοχή των εκπαιδευτικών, την οποία το 72,4% θεωρεί κρίσιμη για τη βελτίωση της σχολικής απόδοσης, συνδέεται επίσης θετικά με την αποτελεσματικότητα (r = 0,716). Τέλος, ως σημαντικότερα εμπόδια καταγράφηκαν η έλλειψη χρόνου (80,9%) και οι περιορισμένοι πόροι (79,1%), τα οποία ωστόσο δεν αξιολογούνται ως ανυπέρβλητα για τη συνολική λειτουργία.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
The purpose of this study is to explore the perceptions of teachers in Vocational Upper Secondary Schools (EPAL) in the Prefecture of Xanthi regarding administrative organization, operational planning, and perceived school effectiveness. Particular emphasis is placed on teachers’ participation in administrative processes and the relationship between these factors and overall school functioning.&#13;
The study adopted a quantitative research design and was conducted using a structured questionnaire distributed electronically to EPAL teachers in the Prefecture of Xanthi. The final sample consisted of 105 teachers out of a total population of 181. Data were analyzed using descriptive and correlational statistical methods.&#13;
The findings of the survey show that teachers have a positive perception of the administrative structure, with 66.6% of them considering that there is a clear organisation, although the existence of a formal operational plan is confirmed by a smaller percentage (44.8%). Administrative organization and operational planning show a strong positive correlation with perceived school effectiveness (r = 0.878 and r = 0.888 respectively).&#13;
In addition, teacher involvement, which 72.4% perceive as critical for improving school performance, is also positively associated with effectiveness (r = 0.716). Finally, lack of time (80.9%) and limited resources (79.1%) were recorded as the most important barriers, which are however not rated as insurmountable for the overall operation.
</description>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13473">
<title>Ηγεσία και επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών: Ο ρόλος του διευθυντή στη δημιουργία κουλτούρας μάθησης</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13473</link>
<description>Ηγεσία και επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών: Ο ρόλος του διευθυντή στη δημιουργία κουλτούρας μάθησης
Βερβαινώτης, Κωνσταντίνος
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον ρόλο της σχολικής ηγεσίας στην προώθηση της επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών και στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας μάθησης εντός της σχολικής μονάδας. Σκοπός της έρευνας είναι να αναδείξει πώς τα διαφορετικά ηγετικά στυλ των διευθυντών επηρεάζουν τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε επιμορφωτικές δράσεις και την υιοθέτηση καινοτομιών. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, διεξήχθη ποιοτική έρευνα με τη χρήση ημιδομημένων συνεντεύξεων σε δείγμα 15 συμμετεχόντων (διευθυντών και εκπαιδευτικών) από σχολικές μονάδες της Αχαΐας και της Αρκαδίας. Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι η μετασχηματιστική και η υποστηρικτική ηγεσία λειτουργούν ενισχυτικά για την επαγγελματική μάθηση, καθώς καλλιεργούν κλίμα εμπιστοσύνης και μειώνουν την επαγγελματική απομόνωση. Αντιθέτως, τα γραφειοκρατικά μοντέλα διοίκησης, αν και προσφέρουν οργανωτική σταθερότητα, συχνά περιορίζουν την πρωτοβουλία και την αυθόρμητη συνεργασία. Ως κυριότερα εμπόδια στην επαγγελματική ανάπτυξη αναδείχθηκαν η έλλειψη θεσμοθετημένου χρόνου, ο αυξημένος διοικητικός φόρτος και ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του εκπαιδευτικού συστήματος. Στη βάση αυτών των ευρημάτων, η εργασία προκρίνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις, όπως τη θεσμοθέτηση «Ώρας Αναστοχασμού» εντός του εργασιακού ωραρίου για την άτυπη ανταλλαγή καλών πρακτικών, τη δημιουργία ενδοσχολικών ψηφιακών αποθετηρίων για τη διάχυση υλικού και την αποσυμφόρηση των διευθυντών από γραφειοκρατικά καθήκοντα μέσω διοικητικών βοηθών. Οι προτάσεις αυτές στοχεύουν στην ενίσχυση της παιδαγωγικής αυτονομίας των σχολικών μονάδων και τη μετατροπή τους σε αυθεντικές κοινότητες μάθησης.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
The present thesis explores the role of school leadership in promoting teachers' professional development and shaping a learning culture within the school unit. The purpose of this research is to highlight how the different leadership styles of principals influence teachers' participation in professional training activities and the adoption of innovations. To achieve this objective, qualitative research was conducted using semi-structured interviews with a sample of 15 participants (principals and teachers) from school units in Achaia and Arcadia. The research findings demonstrate that transformative and supportive leadership reinforce professional learning, as they foster a climate of trust and reduce professional isolation. Conversely, bureaucratic management models, while offering organizational stability, often limit initiative and spontaneous collaboration. The primary barriers to professional development identified were the lack of institutionalized time, increased administrative workload, and the centralized nature of the educational system. Based on these findings, the thesis proposes specific interventions, such as the institutionalization of a "Reflection Hour" within working hours for the informal exchange of best practices, the creation of intra-school digital repositories for material dissemination, and the alleviation of principals' bureaucratic duties through administrative assistants. These proposals aim to enhance the pedagogical autonomy of school units and transform them into authentic learning communities.
</description>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</rdf:RDF>
