<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
<channel>
<title>MSc in Educational Psychology</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/11508</link>
<description>Μεταπτυχιακό Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας</description>
<pubDate>Tue, 12 May 2026 09:55:51 GMT</pubDate>
<dc:date>2026-05-12T09:55:51Z</dc:date>
<item>
<title>Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και Παιδαγωγική Επάρκεια Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Μια Αφηγηματική Σύνθεση Ποσοτικών Μελετών</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13280</link>
<description>Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και Παιδαγωγική Επάρκεια Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Μια Αφηγηματική Σύνθεση Ποσοτικών Μελετών
Χαλιώτη, Ζωή
Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες αποτελούν ένα σύνθετο φαινόμενο που επηρεάζει σημαντικό ποσοστό του μαθητικού πληθυσμού, με επιπτώσεις όχι μόνο στη σχολική επίδοση αλλά και στη συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών. Η παρούσα εργασία μέσω της αφηγηματικής σύνθεσης ποσοτικών μελετών παρουσιάζει τα επίπεδα κατάρτισης των εκπαιδευτικών σε σχέση με τις ΕΜΔ παγκοσμίως. Στο θεωρητικό μέρος της εργασίας αναλύονται οι βασικές κατηγορίες ΕΜΔ, αναφέρονται τα γνωστικά, μαθησιακά και κοινωνικο-συναισθηματικά χαρακτηριστικά των μαθητών με ΕΜΔ, η αιτιοπαθολογία τους καθώς και η σημασία της πρώιμης παρέμβασης. Παρουσιάζονται επίσης ενδεδειγμένες πρακτικές εκπαιδευτικής παρέμβασης. Στο μεθοδολογικό και αναλυτικό μέρος μέρος πραγματοποιείται περιγραφική σύνθεση ποσοτικών ερευνών από διαφορετικά γεωγραφικά και πολιτισμικά πλαίσια, με στόχο τη διερεύνηση του επιπέδου γνώσεων και παιδαγωγικής κατάρτισης και επάρκειας εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τις ΕΜΔ. Βάσει της συγκεκριμένης μεθοδολογίας προκύπτουν σημαντικοί περιορισμοί της συγκριτικής ανάλυσης. Αρχικά, επιλέχθηκε για το μεθοδολιγικό μέρος της εργασίας η συγκεκριμένη μέθοδος και όχι στατιστική μετα-ανάλυση των αποτελεσμάτων και στατιστικές συγκρίσεις μεταξύ ερευνών, λόγω ετερογένειας των δειγμάτων αλλά και των γεωγραφικών πλαισίων. Επίσης τα συμπεράσματα της σύνθεσης μελετών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την εγκυρότητα των πρωτογενών ερευνών. Τέλος η σύνθεση μελετών δεν περιλαμβάνει άμεση παρατήρηση και πρωτογενή μέτρηση. Τα ευρήματα που λήφθηκαν υπόψη για την εκπόνηση της παρούσας εργασίας δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί εμφανίζουν κυρίως χαμηλό έως μέτριο επίπεδο κατάρτισης στις ΕΜΔ, με περιορισμένη ικανότητα έγκαιρης αναγνώρισης και εφαρμογής τεκμηριωμένων παρεμβάσεων. Τα συμπεράσματα της εργασίας αναδεικνύουν την ανάγκη για συστηματική και επιστημονικά τεκμηριωμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, προκειμένου να ενισχυθεί η παιδαγωγική τους επάρκεια και να βελτιωθεί ουσιαστικά η υποστήριξη μαθητών με ΕΜΔ.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
Specific Learning Difficulties (SLD) constitute a complex phenomenon affecting a significant proportion of the student population, with consequences not only for academic achievement but also for students’ emotional and social development. The present study aims to investigate teachers’ levels of knowledge and pedagogical training regarding SLD worldwide through a narrative synthesis of quantitative studies. The theoretical part of the study presents the main categories of SLD, their defining characteristics, etiopathology, diagnostic procedures, and educational intervention practices, highlighting the importance of early intervention. In the methodology and analysis sections of the present synthesis, a descriptive synthesis of quantitative studies from different geographical and cultural contexts is conducted in order to examine the level of pedagogical competence of primary education teachers in relation to SLD. Due to the selected methodology, several limitations arise, including the absence of statistical meta-analysis and quantitative control of sample and contextual heterogeneity, as well as the dependence of the findings on the quality and validity of the primary studies. Furthermore, the review does not include direct observation or primary data collection. The findings indicate that teachers generally demonstrate low to moderate levels of training regarding SLD, accompanied by limited ability for early identification and implementation of evidence-based interventions. These results highlight the need for systematic and scientifically grounded teacher training to enhance pedagogical competence and improve support for students with SLD.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13280</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Η εφαρμογή της συνεχούς διακρανιακής διέγερσης (tDCS) στην αριστερή ημιοχωρική παραμέληση: προεκτάσεις στην εκπαιδευτική ψυχολογία</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13279</link>
<description>Η εφαρμογή της συνεχούς διακρανιακής διέγερσης (tDCS) στην αριστερή ημιοχωρική παραμέληση: προεκτάσεις στην εκπαιδευτική ψυχολογία
Μουστάκα, Μαρία
Η αριστερή ημιοχωρική παραμέληση (ΗΠ) αποτελεί συχνή και κλινικά επιβαρυντική συνέπεια αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) δεξιού ημισφαιρίου, με σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργικότητα  των ατόμων και στην αποκατάσταση. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής ήταν η συστηματική σύνθεση της διαθέσιμης τεκμηρίωσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα της διακρανιακής συνεχούς διέγερσης (transcranial direct current stimulation, tDCS) στη θεραπεία της ΗΠ μετά από δεξιό ΑΕΕ. Η ανασκόπηση σχεδιάστηκε σύμφωνα με το PRISMA 2020 και το ερώτημα διατυπώθηκε βάσει PICO. Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση στις βάσεις PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, PsycINFO και Cochrane CENTRAL, με συμπληρωματική αναζήτηση στο Google Scholar. Η τελευταία αναζήτηση ολοκληρώθηκε στις 09/01/2026 και το χρονικό εύρος κάλυπτε την περίοδο 2003–2026. Συμπεριλήφθηκαν παρεμβατικές κλινικές μελέτες σε ενήλικες με δεξιό ΑΕΕ και τεκμηριωμένη αριστερή ΗΠ, όπου εφαρμόστηκε tDCS (μονόπλευρη ή αμφίπλευρη, διάφορες πολικότητες/παράμετροι) έναντι sham ή/και συνήθους αποκατάστασης/εναλλακτικού πρωτοκόλλου, με εκβάσεις σε κλασικές δοκιμασίες παραμέλησης (π.χ. line bisection, cancellation tests, Behavioural Inattention Test) και/ή οικολογικά/λειτουργικά μέτρα (π.χ. Catherine Bergego Scale, δείκτες ADLs), καθώς και καταγραφή ανεπιθύμητων ενεργειών. Η επιλογή, εξαγωγή δεδομένων και σύνθεση πραγματοποιήθηκαν από έναν αξιολογητή. Ο κίνδυνος μεροληψίας αξιολογήθηκε με RoB 2 και η βεβαιότητα της τεκμηρίωσης με GRADE, ενώ λόγω ετερογένειας εφαρμόστηκε αφηγηματική σύνθεση. Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν έξι πρωτογενείς μελέτες παρέμβασης (RCTs και ελεγχόμενες cross-over δοκιμές), ενώ δευτερογενείς ανασκοπήσεις χρησιμοποιήθηκαν συμπληρωματικά ως επιστημονικό πλαίσιο. Τα ευρήματα υποδεικνύουν βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις σε νευροψυχολογικές δοκιμασίες παραμέλησης, ιδίως σε ασθενείς στην υποξεία φάση  και όταν η tDCS συνδυάζεται με οργανωμένη αποκατάσταση/εκπαίδευση, ενώ τα αποτελέσματα στη χρόνια φάση είναι λιγότερο σταθερά. Η μεταφορά του οφέλους σε λειτουργικές εκβάσεις και η διατήρηση σε follow-up παραμένουν αβέβαιες. Η tDCS αναφέρθηκε γενικά ως ασφαλής και καλά ανεκτή, με κυρίως ήπιες, παροδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο RoB 2 ανέδειξε κυρίως «κάποιες ανησυχίες» και το GRADE κατέταξε τη βεβαιότητα ως χαμηλή έως πολύ χαμηλή για τις περισσότερες εκβάσεις, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερες, τυποποιημένες RCTs με οικολογικά έγκυρα αποτελέσματα και μακροχρόνια παρακολούθηση. Σε μεταφραστικό επίπεδο, το πρότυπο αυτό συνάδει με τη διερεύνηση της tDCS ως πιθανής συμπληρωματικής τεχνικής ενίσχυσης δομημένων ψυχοεκπαιδευτικών παρεμβάσεων σε νευροαναπτυξιακά πεδία, κυρίως στην αναπτυξιακή δυσλεξία και πιο επιφυλακτικά στη ΔΕΠΥ, αν και τα σχετικά δεδομένα παραμένουν ετερογενή και δεν επαρκούν για αυτόνομες κλινικές συστάσεις.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
Left hemispatial neglect (HN) is a common and clinically burdensome consequence of right-hemisphere stroke, with a substantial impact on individuals’ functional independence and rehabilitation outcomes. The aim of this thesis was to systematically synthesize the available evidence on the effectiveness of transcranial direct current stimulation (tDCS) in the treatment of HN following right-hemisphere stroke. The review was designed in accordance with PRISMA 2020, and the research question was formulated using the PICO framework. Searches were conducted in PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, PsycINFO, and Cochrane CENTRAL, with a supplementary search in Google Scholar. The last search was completed on 09/01/2026, covering the period 2003–2026.&#13;
Interventional clinical studies were included if they involved adults with right-hemisphere stroke and confirmed left HN, applied tDCS (unilateral or bilateral, with varying polarities/parameters) compared with sham and/or usual care/alternative protocols, and reported outcomes on standard neglect assessments (e.g., line bisection, cancellation tests, Behavioural Inattention Test) and/or ecological/functional measures (e.g., Catherine Bergego Scale, indices of activities of daily living), as well as adverse events. Study selection, data extraction, and synthesis were conducted by a single reviewer. Risk of bias was assessed using RoB 2, and certainty of the evidence using GRADE; due to heterogeneity, a narrative synthesis was performed.&#13;
Overall, six primary interventional studies (RCTs and controlled cross-over trials) were included, while secondary reviews were used supplementarily to provide scientific context. The findings suggest short-term improvements on neuropsychological neglect measures, particularly in patients in the subacute phase and when tDCS is combined with structured rehabilitation/training, whereas results in the chronic phase are less consistent. Transfer of benefit to functional outcomes and maintenance at follow-up remain uncertain. tDCS was generally reported as safe and well tolerated, with mostly mild, transient adverse effects. RoB 2 ratings indicated predominantly “some concerns,” and GRADE judged the certainty of evidence as low to very low for most outcomes, highlighting the need for larger, standardized RCTs with ecologically valid endpoints and long-term follow-up. At a translational level, this pattern is consistent with the investigation of tDCS as a possible adjunct to structured psychoeducational interventions in neurodevelopmental conditions, particularly developmental dyslexia and, more cautiously, ADHD; however, the respective evidence remains heterogeneous and insufficient for stand-alone clinical recommendations.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13279</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>O ρόλος του σχολικού ψυχολόγου στη σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα στον ελληνικό πληθυσμό: αντιλήψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας, βαθμός συνεργασίας και επίδραση στην αυτοαποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13278</link>
<description>O ρόλος του σχολικού ψυχολόγου στη σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα στον ελληνικό πληθυσμό: αντιλήψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας, βαθμός συνεργασίας και επίδραση στην αυτοαποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών
Καραπατσακίδου, Αικατερίνη
Η παρούσα μελέτη διερευνά τον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου στη σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα, εστιάζοντας στις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τις αρμοδιότητες και τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, τον βαθμός της συνεργασίας μεταξύ των δύο επαγγελματικών ομάδων και στην επίδραση της συνεργασίας αυτής στην αντιλαμβανόμενη αυτοαποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών. Η μελέτη εδράζεται στο πλαίσιο της σύγχρονης σχολικής ψυχολογίας και εξετάζει το φαινόμενο υπό το πρίσμα της διεθνούς και ελληνικής βιβλιογραφίας . Η έρευνα ακολούθησε ποσοτικό, διατομεακό σχεδιασμό με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου και το δείγμα αποτέλεσαν 101 εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από διαφορετικές ειδικότητες και γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Το ερωτηματολόγιο δημιουργήθηκε σε ηλεκτρονική μορφή και αναρτήθηκε σε ποικίλες διαδικτυακές ομάδες και αποστάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί αποδίδουν υψηλή σημασία στον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου και αξιολογούν θετικά τη συνεργασία μαζί του, ενώ παράλληλα καταγράφονται υψηλά επίπεδα αυτοαποτελεσματικότητας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το εύρημα ότι η ποιότητα της συνεργασίας συνδέεται θετικά με την αντιλαμβανόμενη επαγγελματική επάρκεια των εκπαιδευτικών. Συνολικά, αναδεικνύεται η ανάγκη για συστηματική και ουσιαστική ένταξη του σχολικού ψυχολόγου στη σχολική κοινότητα και για ανάπτυξη δομημένων συνεργατικών πρακτικών που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην προαγωγή της ψυχοκοινωνικής ευημερίας όλων των μελών της σχολικής κοινότητας.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
&#13;
This study examined the role of the school psychologist within the contemporary educational community, focusing on secondary education teachers’ perceptions of the psychologist’s responsibilities and services, the level of collaboration between the two professional groups, and the impact of this collaboration on teachers’ perceived self-efficacy. A quantitative, cross-sectional research design was employed using a structured questionnaire. The sample consisted of 101 secondary education teachers from diverse subject areas and geographical regions in Greece. Data were collected through an online questionnaire distributed via electronic mail and online professional groups. The results indicated that teachers assigned high importance to the role of the school psychologist and reported positive evaluations of their collaboration, alongside high levels of perceived self-efficacy. Furthermore, the quality of collaboration was positively associated with teachers’ perceived professional competence. Overall, the findings underscore the need for the systematic integration of school psychologists into the school community and the development of structured collaborative practices to enhance the educational process and promote the psychosocial well-being of all members of the school community
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13278</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Εκφοβισμός των Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας  Εκπαίδευσης από μαθητές στην Ελλάδα και οι  επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13211</link>
<description>Εκφοβισμός των Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας  Εκπαίδευσης από μαθητές στην Ελλάδα και οι  επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία
Κουλιού, Κουλιού
Η εργασία αυτή εκπονήθηκε στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος &#13;
Σπουδών της Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφος. Το &#13;
θέμα που πραγματεύεται είναι ο εκφοβισμός των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας &#13;
Εκπαίδευσης και συγκεκριμένα του Δημοτικού από τους μαθητές τους. Στόχος ήταν &#13;
να ερευνήσει τις μορφές εκφοβισμού που τυχόν παρατηρούνται, τις πιθανές &#13;
επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των εκπαιδευτικών όπως και το να αναλυθούν πιθανές &#13;
συσχετίσεις με δημογραφικά χαρακτηριστικά όπως η σύμβαση εργασίας, το φύλο και &#13;
η ηλικία. Η μεθοδολογική προσέγγιση ήταν ποσοτική με τη συμβολή ενός &#13;
ερωτηματολογίου υπό τη μορφή Google Forms το οποίο συμπληρώθηκε από 150 &#13;
εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης από διάφορες γεωγραφικές περιοχές της &#13;
Ελλάδας. Τα ευρήματα κατέδειξαν τον έμμεσο ιδιωτικό και τον αμεσο λεκτικό &#13;
εκφοβισμό ως συχνότερες μορφές ενώ κι στον σωματικό παρατηρήθηκαν υψηλές &#13;
τιμές. Ανάμεσα στις επιπτώσεις παρατηρούνται αυξημένα επίπεδα άγχους, μείωση &#13;
της επαγγελματικής ικανοποίησης. Επιπλέον, με βάση τα δημογραφικά &#13;
χαρακτηριστικά, παρατηρήθηκε συσχέτιση με το φύλο καθώς φαίνεται πως οι άνδρες&#13;
εκπαιδευτικοί υφίστανται συχνότερα κυβερνοεκφοβισμό από τις γυναίκες. Ως προς τη &#13;
σύμβαση εργασίας, διαπιστώθηκε πως οι αναπληρωτές υφίστανται εκφοβισμό σε &#13;
μεγαλύτερη συχνότητα από τους μόνιμους. Τέλος, η εργασία επιβεβαίωσε πως το &#13;
φαινόμενο που έχει αρχίσει να απασχολεί την εκπαιδευτική κοινότητα είναι σοβαρό &#13;
και πως υπάρχει η ανάγκη λήψης μέτρων πρόληψης και παρέμβασης σε επίπεδο &#13;
σχολικής μονάδας αλλά και εκπαιδευτικής πολιτικής. Η συμβολή της μελέτης &#13;
έγκειται στην ανάδειξη ενός ζητήματος που είναι αποσιωπημένο, λόγω της έμφασης &#13;
που έχει δοθεί στον εκφοβισμό με θύματα τους μαθητές, και αποτελεί την βάση για &#13;
μελλοντική ερευνητική και θεσμική παρέμβαση τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές &#13;
επίπεδο.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
This study was conducted for the Postgraduate Program in Educational Psychology at &#13;
Neapolis University Pafos. The main subject is the phenomenon of bullying against &#13;
primary school teachers, specifically those that work in elementary school, by their &#13;
students. The main objective of the study was to be able to investigate and identify the &#13;
types of bullying that occur, their potential effects on teachers’ mental health such as &#13;
anxiety, depression, and correlations with demographic data such as employment &#13;
contract, gender and age. The research followed a quantitative methodological &#13;
approach with a questionnaire in Google Forms that was completed by 150 &#13;
elementary school teachers from various regions of Greece. Based on the findings, &#13;
indirect private bullying and direct verbal bullying were the most frequent reported &#13;
forms with physical bullying showing high levels of occurrence. Moreover, it was &#13;
found that male teachers tend to experience more frequently cyberbullying than &#13;
females. Anxiety and decreased professional satisfaction are the consequences that &#13;
were mostly identified. In addition, employment contract and specifically the duration &#13;
of it was a significant factor as substitute teachers said that they experience bullying &#13;
more frequently than those with permanent employment contract. In general, the &#13;
study confirmed that bullying against teachers, even though it’s not explored &#13;
adequately so far, poses a potential threat for the educational community. It highlights &#13;
the need to seek and apply preventative and intervention strategies both in school unit &#13;
and policy levels. The study contributes in bringing attention to an issue that is &#13;
usually silenced because most studies focus on students as victims. This work serves &#13;
as foundation for future research initiatives both nationally and internationally
</description>
<pubDate>Sun, 01 Jun 2025 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13211</guid>
<dc:date>2025-06-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</channel>
</rss>
